ἀσπάραγος

ἀσπάραγος
See also: ἀσφάραγος
Page in Frisk: 1,168

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ασπάραγος — ο (Α ἀσπάραγος και ἀσφάραγος) το σπαράγγι, αγγειόσπερμο, μονοκότυλο φυτό, με βλαστούς διακλαδιζόμενους, όρθιους ή αναρριχώμενους. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. ασφάραγος] …   Dictionary of Greek

  • ἀσπάραγος — ἀσφάραγος 1 throat masc nom sg (epic) ἀσφάραγος 2 throat masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπαράγγι — Κοινή ονομασία φυτών του γένους ασπάραγος (οικογένεια Λειλιίδες, μονοκοτυλήδονα), που πολλά είδη του είναι εδώδιμα και καλλωπιστικά. Ο ασπάραγος ο φαρμακευτικός, είναι εδώδιμος. Από το φυτό τρώγονται μόνο οι ανοιξιάτικοι νεαροί και σαρκώδεις… …   Dictionary of Greek

  • перга — цветочная пыльца на ножках пчелы , парша, перхоть, короста , укр. перга, др. русск. пьрга, сербохорв. пр̏га вид каши , словен. prga щебенка, мука из сушеных фруктов , польск. pierzga цветочная пыльца . Сравнивают с цслав. испръгнѫти выпрыгнуть ,… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • прягу — I прягу I, прячь, прячи, запрягать, напрягать, укр. прягти запрягать , пряжу, блр. впрэгцi, впрэгу, др. русск. напрягу, напрячи, сербск. цслав. напрѧшти, напрѧгѫ, болг. запрягам, сербохорв. спреħи, спрегнути, спре̑гне̑м стягивать , чеш. sрřеž… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • спаржа — Заимств. из ит. sparagio, мн. sparagi – то же; см. Преобр. II, 364. Менее вероятно посредство нем. диал. Spars, которое как будто ограничивается югом (Клюге Гётце 571; Марцель 1, 463 и сл.). Источником этих слов является лат. аsраrаgus от греч.… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Espárrago — (Del lat. asparafus, brote, tallito < gr. asparagos.) ► sustantivo masculino 1 AGRICULTURA, BOTÁNICA Brote tierno y comestible que produce el rizoma de la esparraguera: ■ le encanta la tortilla de espárragos tiernos. 2 Palo largo y derecho que …   Enciclopedia Universal

  • ασφάραγος — (I) ἀσφάραγος, ο (Α) φάρυγγας, λαιμός. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η ακριβής σημασία της λ. οδηγεί στη σύνδεσή της με τη λ. φάρυγξ, ενώ ο παράλληλος τ. σφάραγος προέκυψε ίσως από παρετυμολογική επίδραση του ρ. σφαραγούμαι «τρίζω, εξογκώνομαι,… …   Dictionary of Greek

  • κραμβασπάραγος — κραμβασπάραγος, ὁ (Μ) το κραμβοσπάραγον*. [ΕΤΥΜΟΛ. < κράμβη «λάχανο» + ἀσπάραγος «σπαράγγι». Βλ. και κραμβοσπάραγος] …   Dictionary of Greek

  • μυάγρα — η (Α μυάγρα και ιων. τ. μυάγρη) παγίδα με την οποία πιάνονται οι ποντικοί, ποντικοπαγίδα, φάκα νεοελλ. ναυτ. φωτιστική συσκευή αποτελούμενη από τρεις λαμπτήρες οι οποίοι ρίχνουν φως μόνο προς τα πίσω αρχ. 1. το φυτό ασπάραγος ο πετραίος 2. (κατά… …   Dictionary of Greek

  • μυάκανθος — μυάκανθος, ὁ (Α) το φυτό ασπάραγος ο πετραίος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μῦς, μυός «ποντικός» + ἄκανθος (πρβλ. λευκ άκανθος, μυρτ άκανθος), επειδή τα φύλλα τού φυτού μοιάζουν με αφτιά ποντικού] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.